Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ ΓΙΑ ΤΗ «ΛΕΥΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ» ΤΟΥ 1946

Ο «στρατός – φάντασμα» της εθνικοφροσύνης

Εξήντα χρόνια μετά τον Εμφύλιο, ένα ντοκουμέντο αποκαλύπτει την προσωπική εμπλοκή υπουργών, πολιτικών, στρατηγών και δημοσιογράφων στο παρακρατικό επιτελείο που στήθηκε για την εξολόθρευση της (νόμιμης ακόμη) Αριστεράς.
Εξήντα χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου, η δημόσια συζήτηση γι’ αυτόν εξακολουθεί να διχάζει όχι μόνο τους πολίτες και τους πολιτικούς, αλλά και την εγχώρια επιστημονική κοινότητα.


Το ζήτημα ιδίως της «εμφύλιας βίας» αναδείχθηκε τα τελευταία χρόνια σε ιστοριογραφικό μήλο της έριδος, με την εμφάνιση ενός «αναθεωρητικού» ρεύματος που επαναφέρει στο προσκήνιο το ψυχροπολεμικό σχήμα των «τριών γύρων», μεταθέτοντας την έναρξη του Εμφυλίου στα χρόνια της Κατοχής και θεωρώντας την εαμική Αντίσταση σαν αποκλειστικά υπεύθυνη για το ξέσπασμά του (βλ. «Ιός» 5.12.2004).

Ένα κεντρικό επιχείρημα αυτής της αναπαλαιωμένης προσέγγισης εστιάζεται στην απαλλαγή της εθνικόφρονος πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας της εποχής από κάθε ευθύνη για την παρακρατική «λευκή τρομοκρατία», που έσπρωξε το ΚΚΕ στην επανάληψη του ένοπλου αγώνα. Οι αγριότητες του 1945-46 κατά των άοπλων αριστερών, υποστηρίζεται, δεν υπήρξαν τίποτα περισσότερο από αποκεντρωμένες αυθόρμητες αντεκδικήσεις των κατά τόπους εθνικοφρόνων για την «κόκκινη βία» που είχαν υποστεί από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ επί Κατοχής.

Δημοσιεύουμε σήμερα ένα αποκαλυπτικό ντοκουμέντο που αποδεικνύει περίτρανα την ανεδαφικότητα αυτής της ανάλυσης. Πρόκειται για το άκρως απόρρητο «Σημείωμα επί της Δημοσίας Τάξεως» που έστειλε στις 7 Ιουλίου 1946 στο βασιλιά Γεώργιο ο βουλευτής Χρήστος Ζαλοκώστας, επιτελικό στέλεχος της αντιεαμικής δεξιάς καθ’ όλη τη δεκαετία του ’40 (βλ. δίπλα). Το έγγραφο εντοπίστηκε στο Αρχείο των Βασιλικών Ανακτόρων, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, κι αποτελούσε μέρος της τακτικής ενημέρωσης του εξόριστου -ακόμη- μονάρχη απ’ το ακροδεξιό επιτελείο που προετοίμαζε παρασκηνιακά την επιστροφή του. Αντί του Ζαλοκώστα, που την τελευταία στιγμή αναχώρησε για τη Μακεδονία, την αναφορά μονόγραψε τελικά ο στενός του φίλος και συνεργάτης Σπύρος Μαρκεζίνης.

Αντικείμενο του εγγράφου είναι η απόφαση της κυβέρνησης Τσαλδάρη για τη δημιουργία έμμισθων παρακρατικών συμμοριών, διοικούμενων από αξιωματικούς με πολιτικά κι επιφορτισμένων με την εξολόθρευση των νόμιμων στελεχών της Αριστεράς σε όλη την Κεντρική και Βόρειο Ελλάδα. Η εκστρατεία αυτή εμφανίζεται τυπικά ως «αμυντική» κίνηση, ανάσχεσης των ανταρτοομάδων του ΚΚΕ και του ΝΟΦ (που δεν έχουν ακόμη συγκροτηθεί στον ενιαίο «Δημοκρατικό Στρατό»). Στην πραγματικότητα, ωστόσο, αποτελεί κίνηση προληπτικής εκκαθάρισης του εδάφους από το νόμιμο «εσωτερικό εχθρό». Η συγκρότηση και δράση των συμμοριών συνδυάζονται άλλωστε ρητά με το επικείμενο δημοψήφισμα για το πολιτειακό, ώστε να εκβιαστούν αποτελέσματα ευνοϊκά για την παλινόρθωση της μοναρχίας.

Για λόγους χώρου δημοσιεύουμε εδώ το τμήμα του «σημειώματος» που αφορά το σχεδιασμό της παρακρατικής δράσης, μαζί με σχολιασμένα αποσπάσματα του υπόλοιπου εγγράφου. Το πλήρες ντοκουμέντο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να το αναζητήσουν στην ιστοσελίδα του «Ιού».

«Αναρχικοί» προ των πυλών

Η έκθεση Ζαλοκώστα ξεκινά με τη (λανθασμένη) εκτίμηση ότι «ευθύς μετά τας εκλογάς της 31 Μαρτίου το Κ.Κ.Ε. έλαβε νέας οδηγίας εκ Μόσχας και ήρχισε τακτικήν επιθετικήν».

«Αι πληροφορίαι μας έως τότε», γράφει, «ήσαν ότι το ΚΚΕ έδρα εις χωριστούς τομείς από το Αυτονομιστικόν Μακεδονικόν Κίνημα. Πράγματι το μεν ΚΚΕ περιωρίζετο από του Αξιού μέχρι της Θράκης, το δε ΝΟΦ (το σλαβικόν ΕΑΜ) έδρα από του Αξιού μέχρι των Αλβανικών συνόρων. Κατά τον χειμώνα του 1945 (Οκτώβριος – Φεβρουάριος 1946) αι ετοιμασίαι αμφοτέρων των αναρχικών τούτων οργανώσεων ΚΚΕ και ΝΟΦ περιωρίζοντο εις την δημιουργίαν πυρήνων και συνδέσμων εις όλην την ύπαιθρον, την αποθήκευσιν όπλων και πολεμοφοδίων εν πάση μυστικότητι, την ίδρυσιν εκ νέου της Επιμελητείας του Αντάρτη και την συσσώρευσιν τροφών. […] Μόνον τέλη Φεβρουαρίου αρχίζουν να εμφανίζωνται ένοπλοι συμμορίαι εις όλην την ύπαιθρον και μολονότι δεν κακουργούν πουθενά τονώνουν το ηθικόν των κομμουνιστών χωρικών και εκφοβίζουν τους εθνικόφρονας δια της παρουσίας των. […] Οπωσδήποτε τόσον το ΚΚΕ όσον και η ΝΟΦ φαίνονται νομοταγείς και ουδέν έγκλημα διαπράττουν».

Απεναντίας, «μετά τας εκλογάς (τέλη Απριλίου) η κατάστασις αλλάζει αποτόμως. Αι δύο χωρισταί ζώναι της Β. Ελλάδος εννούνται υπό γιουγκοσλαβικήν διοίκησιν, οι ξένοι πράκτορες διευθύνουν μέχρι του Έβρου, δημιουργείται εις Σκόπια κοινόν Αρχηγείον, το οποίον δεν τηρεί καν τα προσχήματα. Χωρίς καμμίαν επιφύλαξιν, και μάλιστα επιδεικτικώς, εφοδιάζουν τους Σλάβους αρχηγούς, οι οποίοι εισέρχονται εις το έδαφός μας με ταυτότητας και πιστοποιητικά βεβαιούντα τους Έλληνας της Μακεδονίας οπαδούς των ότι είναι οι μέλλοντες αρχηγοί τους, ούς δέον να υπακούουν τυφλώς, εντεταλμένους να επιτύχουν την αυτονόμησιν της Μακεδονίας».

Όλη αυτή η περιγραφή είναι βέβαια σε μεγάλο βαθμό αποκύημα της φαντασίας είτε του ίδιου του Ζαλοκώστα είτε των κατά τόπους πληροφοριοδοτών του («των παλαιών μας πρακτόρων της Επιτροπής Συντονισμού Εθνικού Αγώνος»). Από το διαθέσιμο σήμερα αρχειακό υλικό γνωρίζουμε π.χ. πως η συνεννόηση ΚΚΕ-ΝΟΦ για την ενοποίηση των ανταρτοομάδων τους επιτεύχθηκε μόλις στα τέλη του 1946. Όσο για τα περί «σλάβων αρχηγών», «ξένων πρακτόρων» και «γιουγκοσλαβικής διοίκησης» του δεύτερου αντάρτικου, δεν αξίζει καν να σχολιαστούν.

Πιο ενδιαφέρουσα είναι η περιγραφή της πολιτικής και στρατιωτικής διάστασης του κινδύνου: «Εις δύο τρίγωνα, το έν Εδέσσης – Βερροίας – Γιδά, το άλλο Σερβίων – όρος Χάσια – όρος Όλυμπος, η χωροφυλακή εξεμηδενίσθη. Πρώτον προσεβλήθησαν οι απομονωμένοι σταθμοί χωροφυλακής, δυνάμεως 3-5 μόνον ανδρών, οι χωροφύλακες εφονεύθησαν, οι σταθμοί ενεπρήσθησαν. Κατόπιν προσεβλήθησαν μεγαλύτερα κέντρα, όπου χωρίς η επιτυχία των αναρχικών να είναι πάντοτε πλήρης, εν τούτοις επετύγχανον να φονεύουν μερικά όργανα της τάξεως και να τραυματίζουν άλλα. Οσάκις εκινούντο κατά των συμμοριών μεγάλα αποσπάσματα χωροφυλακής και εκύκλωναν αυτάς, πάντοτε οι αναρχικοί δια του βαρέως οπλισμού αυτών έσπαζαν τον κλοιόν και διέφευγον».

Ως αιτίες αυτού του «καταντήματος», η έκθεση θεωρεί την άρνηση του βρετανού εκπαιδευτή των Σωμάτων Ασφαλείας Τσαρλς Ουΐκαμ να εξοπλίσει τη Χωροφυλακή με πολυβόλα, την «αναξιότητα ή εσκεμμένη συνοδοιπορεία πολλών συνταγματαρχών Ανωτάτων Διοικητών Χωροφυλακής Βορείου Ελλάδος, ανηκόντων εις την δημοκρατικήν παράταξιν» και την «θαυμασία προπαγάνδα κατά χωρία του Κ.Κ.Ε»:

«Ύστερα από κάθε επίθεσιν των συμμοριών εις περιφέρειαν τινα προσήρχοντο τάχα λαϊκοί φίλοι ή γύναια της ΕΠΟΝ προς τα όργανα της τάξεως και τους προέτρεπαν ‘να μη σκοτώνωνται άδικα για το χατήρι των κεφαλαιοκρατών’. Η προπαγάνδα δε αυτή τοσούτω μάλλον εγίνετο πιστευτή, καθ’ όσον το κράτος ουδεμίαν σύνταξιν εξαιρετικήν απένεμεν εις τας οικογενείας των θυμάτων του καθήκοντος, εμάνθανον δε οι χωροφύλακες ότι αι οικογένειαι των φονευομένων συναδέλφων τους επένοντο».

Αποτέλεσμα: «Όλη η Μακεδονία ευρίσκετο εν επαναστάσει και οι Άγγλοι δεν το εννοούσαν ή, τολμώ να το εκστομίσω, ηρέσκοντο να ενταθούν κάπως τα εσωτερικά μας βάσανα». Ώσπου, «η πυρκαϊά έφθασε μέχρι Λαμίας» και το ΚΚΕ, αφού «εξήρθρωσε την κρατικήν μηχανήν εις την ύπαιθρον και τα χωρία, ετοιμάζει επιθέσεις εντός των πόλεων διορίσαν επιτρόπους δια τας αστικάς ταραχάς».

Όπως γνωρίζουμε σήμερα, το καλοκαίρι του 1946 το ΚΚΕ δεν είχε ακόμη δρομολογήσει οριστικά την επιλογή του ένοπλου αγώνα και, πολύ περισσότερο, δεν είχε καταρτίσει το παραμικρό σχέδιο «αστικών ταραχών». Ενδεχομένως ο Ζαλοκώστας καταγράφει απλώς τον πανικό της πιο συντηρητικής μερίδας της αστικής τάξης απέναντι στις εξελίξεις. Ίσως πάλι μεγιστοποιεί τους κινδύνους, ώστε να νομιμοποιήσει την εγκαθίδρυση του παρακρατικού επιτελείου.

Το νέο «Μακεδονικό Κομιτάτο»

Η πρώτη, ανεπιτυχής κρούση έγινε στον πρωθυπουργό και τον υπουργό Δημοσίας Τάξεως: «Εγγράφως εζητήσαμεν από τον κ. Κ. Τσαλδάρην και τον κ. Σπ. Θεοτόκην την 17 Μαΐου, σχεδόν προ διμήνου να εγκρίνουν αφ’ ενός μεν την διανομήν όπλων εις εθνικόφρονας πολίτας εγνωσμένης τιμιότητος και φρονημάτων, αφ’ ετέρου την δημιουργίαν συμμοριών ιδικών μας εκ Ποντίων κυρίως αγωνιστών της Εθνικής Αντιστάσεως. Τα μέτρα ταύτα δεν ενεκρίθησαν μολονότι ήτο πρόδηλος η χρησιμότης αυτών».

Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το σκεπτικό της εισήγησης:

«Η ανάγκη της οργανώσεως ιδικών μας συμμοριών επιβάλλεται υπό της διαπιστώσεως ότι δεν είναι δυνατόν να πολεμηθή είς στρατός - φάντασμα παρά δι’ άλλου στρατού - φαντάσματος. Τούτο απεδείχθη δια των επιχειρήσεων του Γ΄ Σώματος Στρατού εις το όρος Πάϊκον όπερ εκύκλωσαν 2.500 στρατιώται χωρίς να ανεύρουν ούτε έναν αντάρτην, ούτε ένα όπλον, διότι τα μεν όπλα είχον αποκρυβή, οι δε αναρχικοί ησχολούντο εις την υλοτομίαν δήθεν.

Το ‘Κέντρον’ του κ. Σοφούλη παρεμποδίζει ακόμη σήμερον το κράτος να επιβληθή, διότι πολλοί ανώτεροι υπάλληλοι, π.χ. ο εισαγγελεύς Εφετών Κοζάνης Κουλάκος, είναι αριστεροί και αρνούνται να υπογράψουν τα εντάλματα συλλήψεως που ζητούν οι Νομάρχαι και οι Έπαρχοι. Εφ’ όσον λοιπόν η κρατική μηχανή, μη εκκαθαρισθείσα από τους κομμουνιστάς υπαλλήλους, κωλυσιεργεί συστηματικώς εις την εμπέδωσιν της τάξεως, τι άλλο απομένει από την σύλληψιν των αναρχικών υπό συμμοριών ιδικών μας;

Άλλωστε και η συστηματική καταδίωξις των αναρχικών δεν δύναται να γίνη αποτελεσματική ει μη υπό τοπικών ιδικών μας συμμοριών που γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα, γνωρίζουν τους τροφοδότας των αναρχικών και τα κρυσφύγετά τους.

Όλα τα ανωτέρω τα είχομεν ειπεί και προς τον Αρχιστράτηγον Παπάγον προ της αναχωρήσεώς του δια Λονδίνον. Έκτοτε δεν επαύσαμεν να υποδεικνύωμεν τον επερχόμενον κίνδυνον, ο οποίος κατά τα κομμουνιστικά σχέδια πρόκειται να κορυφωθή εντός του Αυγούστου, εις τρόπον ώστε η Χώρα να ευρεθή κατά τας παραμονάς του δημοψηφίσματος εις τοιούτον χάος, ώστε να αναβληθή η επάνοδος της Α.Μ. του Βασιλέως, αναβαλλομένης της ετυμηγορίας του Λαού».

Σύμφωνα με τις εφημερίδες των ημερών, ο Παπάγος πήγε στο Λονδίνο ως μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας για τις «εκδηλώσεις της νίκης», που ξεκίνησαν στις 8 Ιουνίου. Όσο για την επίσημη ίδρυση του παρακρατικού επιτελείου, αυτή θα γίνει στις 29 Ιουνίου, μια μέρα πριν από την αναχώρηση του πρωθυπουργού για το Λονδίνο. Αξιοσημείωτη λεπτομέρεια αποτελεί η χρηματοδότηση του όλου εγχειρήματος από απροσδιόριστες πηγές. Ίσως πρόκειται για τους αθηναίους «κεφαλαιούχους» που επί Κατοχής χρηματοδοτούσαν, μέσω του ίδιου ακριβώς μηχανισμού, τις αντιεαμικές «εθνικές οργανώσεις»:

«Προ αυτής της καταστάσεως ευρεθέντες ηναγκάσθημεν ν’ αντιδράσωμεν με ριζικά μέτρα. Ο κ. Μαρκεζίνης την παραμονήν της αναχωρήσεώς του κ. Τσαλδάρη του έθεσεν, τρόπον τινά τελεσιγραφικώς, την απαίτησιν να ιδρυθή ‘Μακεδονικόν Κομιτάτον’ το οποίον θα εφρόντιζε να σωθή η Β. Ελλάς. Ο κ. Τσαλδάρης απεδέχθη τέλος τούτο και το Κομιτάτον ιδρύθη αυθημερόν.

Εις σύσκεψιν με τον κ. Μαυρομιχάλην και τον αντιστράτηγον Σπηλιωτόπουλον, ο κ. Μαρκεζίνης και εγώ εθέσαμεν τας βάσεις του, την δε επομένην ημέραν είχομεν ήδη εξεύρει 100 εκατομμύρια δραχμών δια τας πρώτας ενεργείας μας, κατανεμηθείσας ως εξής. 50.000.000 θα δοθούν εις τον στρατηγόν Βεντήρην δια την Κεντρικήν και Ανατολικήν Μακεδονίαν, 40.000.000 εις τον στρατηγόν Γεωργούλην (ευτυχώς συμφωνούντα πλήρως μαζύ μας και δραστηρίως εργαζόμενον κατά του κομμουνισμού) δια την Δ. Μακεδονίαν και Θεσσαλίαν και 10.000.000 εις τον στρατηγόν Γιατζήν δια την Στερεάν Ελλάδα.

Με τα χρήματα αυτά θα οργανωθούν εικοσαμελείς συμμορίαι από εθνικόφρονας εντίμους πολίτας υπό αξιωματικόν με πολιτικήν περιβολήν, σκοπόν έχουσαι αφ’ ενός την εξόντωσιν ελαχίστων μεν πλην αρχηγετικών στελεχών των κομμουνιστών δια να παραλύση η όλη αναρχική οργάνωσις δια του αποκεφαλισμού των αρχηγών, αφ’ ετέρου δε την καταδίωξιν των αναρχικών ομάδων της περιφερείας. Κατά τας εκλογάς απεδείχθη ότι όπου υπήρχε εθνικόφρων ομάς (Σούρλας εις Δομοκόν, Καλαμπαλίκης εις Φάρσαλα, Τσαντούλας εις Καρδίτσαν, Ιωάννου εις Λαμίαν, Μαγγανμάς εις Μεσσηνίαν) ο κόσμος εφήφισεν αθρόως το Λαϊκόν Κόμμα, όπου όμως αντιθέτως επεκράτουν κομμουνιστικαί συμμορίαι, ως εις Τύρνοβον, Γρεβενά, Νάουσαν, Πέλλην, Σέρβια, ουδείς ετόλμα να ψηφίση και η αποχή ήτο μεγίστη.

Προκειμένου του Δημοψηφίσματος είναι προφανής η ανάγκη υπάρξεως ιδικών μας συμμοριών».

Πολιτικοί, στρατηγοί, δημοσιογράφοι…

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η σύσταση του παρακρατικού επιτελείου, με τη συνύπαρξη στρατιωτικών, πολιτικών και μεγαλοδημοσιογράφων. Εντύπωση προκαλεί ιδίως η πορουσία των διευθυντών των τριών βασικών εφημερίδων της δεξιάς («Εστία», «Εμπρός» κι «Ελληνικόν Αίμα») σ’ ένα όργανο επιφορτισμένο με την οργάνωση πολιτικών δολοφονιών:

«Το Κομιτάτον απηρτίσθη εκ των δύο στρατηγών Σπηλιωτοπούλου και Βεντήρη, του κ. Μαρκεζίνη, του Βουλευτού Καβάλλας Ν. Γρηγοριάδη, των τριών διευθυντών εφημερίδων Αχ. Κύρου, Καλαποθάκη και Βοβολίνη υπό την προεδρίαν του Υπουργού των ενόπλων δυνάμεων. Αμέσως ήρχισεν υπό του Γεν. Επιτελείου η αποστολή όπλων εις την ύπαιθρον. Εντός διημέρου απεστάλησαν 600 εις Θεσσαλονίκην, 750 εις Δ. Μακεδονίαν και 200 εις Στερεάν, ίνα διανεμηθούν εις τους εθνικόφρονας. Ο ψυχολογικός αντίκτυπος θα είναι μεγάλος, όταν οι αγρόται δουν ότι κάποιος τους φροντίζει.

Η όλη οργάνωσις θα διευθύνεται εξ Αθηνών, τας δε αποφάσεις θα εκτελή το Γεν. Επιτελείον μέσω γραφείου ειδικού όπερ ιδρύθη αμέσως και θα διατελή υπό την άμεσον επίβλεψιν του υπαρχηγού ταξιάρχου Πεντζοπούλου. Ετοιμάσθησαν 5 σύνδεσμοι αξιωματικοί οίτινες θα αναλάβουν την επιθεώρησιν ανά μιας περιφερείας έκαστος εις όσας δηλαδή διηρέθη η Β. Ελλάς δια τον συντονισμόν των ενεργειών και την παρακολούθησιν.

Ωργανώθη ειδική υπηρεσία πληροφοριών, καθ’ όσον η Κυβέρνησις στερείται πλήρως τοιαύτης, η δε της Χωροφυλακής είναι γελοία και ασυντόνιστος διότι λειτουργεί χωριστά κατά νομούς.

Εις τους επί κεφαλής αξιωματικούς εδόθη η εντολή να εξαφανίζουν τους αρχηγούς των κομμουνιστών, ώστε να μη φαίνεται η δολοφονία, δια να πιστεύεται τάχα ότι διέφυγον ούτοι προς τον Τίτο. Να μη κτυπούν τους δευτερεύοντας παράγοντας , αλλά να φονεύουν τους πρωτεύοντας μόνον και να αποφεύγουν τους ξυλοδαρμούς.

Προς καλλιτέραν οργάνωσιν και συντονισμόν αναχωρούν μεθαύριον Δευτέραν ο Ταξίαρχος Πεντζόπουλος δια Δ. Μακεδονίαν, εγώ δια Θεσσαλονίκην, την δε Tρίτην ο ίδιος ο Υπουργός των Στρατιωτικών δια Θεσσαλίαν.

Μολονότι ηρχίσαμεν το έργον μας τόσον αργά, χάρις εις την αδράνειαν του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως και των Άγγλων, εν τούτοις ελπίζομεν ότι τα δραστικά αυτά μέτρα θα σταματήσουν την πρόοδον του κακού, περί τας αρχάς δε Αυγούστου, ήτοι εντός μηνός θα βελτιώσουν την κατάστασιν αισθητότατα.

Χωρίς τα απάνθρωπα ίσως πλην απαραίτητα αυτά μέτρα φρονούμεν ότι εκινδύνευε μετά την παράλυσιν της Χωροφυλακής και των αγροτών να επέλθη η κόπωσις του στρατού, του ματαίως κυνηγούντος αντίπαλον – φάντασμα. Εκ της κοπώσεως δε ταύτης θα επωφελείτο το ΚΚΕ δια των σειρήνων της ΕΠΟΝ και της εντέχνου προπαγάνδας προς τους στρατιώτας. Δεν πρέπει να λησμονώμεν ότι το μικρόβιον του κομμουνισμού έχει ήδη εισχωρήσει και εις τον στρατόν, του ποσοστού των κομμουνιστών εκ των στρατευθέντων θεωρουμένου εις 20%, των δε δύο νεωτέρων ηλικιών των τελευταίως κληθεισών εις 35%. Εάν δεν αντιδράσωμεν βιαίως και σπάσει και ο στρατός, τι άλλο απομένει εις το Κράτος; Τίποτε, το χάος».

Τα ίχνη του «Κομιτάτου»

Η έμπρακτη λειτουργία του Κομιτάτου δεν καταγράφεται φυσικά στις εκθέσεις των Ζαλοκώστα και Μαρκεζίνη προς τον εξόριστο βασιλιά. Τα αποτυπώματά της είναι ωστόσο κάτι παραπάνω από ευδιάκριτα:

* Κατ’ αρχάς, η σαφής κλιμάκωση της παρακρατικής δράσης αμέσως μετά τη σύσταση του Κομιτάτου. «Από τον Ιούλιο του 1946, ένα κύμα βίας χωρίς προηγούμενο σάρωσε την Ελλάδα», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Χάϊντς Ρίχτερ («From Varkiza to Civil War», Λονδίνο 1986, σ.525). Σύμφωνα με βρετανικές στατιστικές, ως το Σεπτέμβριο του 1946 ο ρυθμός των πολιτικών δολοφονιών αυξήθηκε κατά 150% (D. Close [επιμ.], «Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος», Αθήνα 1997, σ.132).

* Στο βιβλίο του στρατηγού Ζαφειρόπουλου, τη συνεκτικότερη μέχρι σήμερα εξιστόρηση του Εμφυλίου από κυβερνητικής πλευράς, συναντάμε μια συνθηματική αναφορά σε μη κατονομαζόμενα «εξαιρετικά μέτρα, άτινα ελήφθησαν υπό της Διοικήσεως του Β΄ Σ.Σ.» τον Ιούλιο του 1946 «και άτινα εξήρχοντο του πλαισίου της νομιμότητος, δεδομένου ότι και ο συμμοριτισμός ήτο εκτός Νόμου», συναντάμε («Ο αντισυμμοριακός αγών», Αθήναι 1956, σ.190).

* Η σοβαρότερη σχετική πληροφορία περιέχεται όμως στην ημιεπίσημη Ιστορία της Χωροφυλακής του απόστρατου συνταγματάρχη Κων/νου Αντωνίου. «Κατά τα μέσα Ιουλίου 1946», διαβάζουμε, «το Γ΄ Σώμα Στρατού προέβη εις την οργάνωσιν και τον εξοπλισμόν 200 ατόμων αντικομμουνιστών, ούς κατένειμεν εις 8 εικοσιπενταμελείς ομάδας δι’ αντισυμμοριακήν και αντικομμουνιστικήν δράσιν εν τη περιφερεία του Σώματος Στρατού, ίνα δε μη το Σώμα εκτίθεται εκάλει εις Θεσσαλονίκην τους Διοικητάς Χωροφυλακής, εν αγνοία του Ανωτέρου Διοικητού, και τοις παρέδιδεν οπλισμόν κλπ δια τας ομάδας ταύτας, εις τους άνδρας των οποίων κατέβαλεν μηνιαίας αποδοχάς εκ δρχ 250.000» («Ιστορία Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής», Αθήναι 1965, τ.Γ΄, σ.2139).

* Χωρίς ιδιαίτερες διευκρινήσεις, ο ίδιος μας πληροφορεί επίσης για τις ενδοϋπηρεσιακές τριβές που προκάλεσε η δρομολόγηση του δολοφονικού προγράμματος. Μετά από θυελλώδη σύσκεψη υπό τον συντονιστή του Κομιτάτου συνταγματάρχη Πεντζόπουλο, που διακήρυξε πως «δεν πρέπει να κωλυθώμεν εκ των Νόμων» (26.7.46), ο Ανώτερος Διοικητής Χωροφυλακής Κεντρικής Μακεδονίας Γρηγόριος Δημουλάς ξεκαθάρισε στο Αρχηγείο του ότι «δεν εννοεί ν’ ανεχθή έκνομον δράσιν και ότι η Χωροφυλακή δεν πρόκειται να δράση κατά προηγηθέντα παραδείγματα άλλων Τμημάτων κατά την διάρκειαν της κατοχής». Πέντε μέρες μετά, την 1η Αυγούστου, απομακρύνθηκε εσπευσμένα από τη θέση του κατ’ εντολήν των Πεντζόπουλου και Βεντήρη (όπ.π., σ.2158-61).

«Δεν δύναμαι να εκταθώ επί της βαθυτέρας εννοίας ούτε επί περισσοτέρων λεπτομερειών της ομιλίας» του υπαρχηγού του ΓΕΣ, σημειώνει ο Δημουλάς στην αναφορά του (27.7.46), «δια να μη καταλείπω εν επισήμω εγγγράφω γραπτά μνημεία δυνάμενα να δημιουργήσω δυσχερείας εις την Διοίκησιν». Ευτυχώς για την Ιστορία, οι εμπνευστές του σχεδίου δεν είχαν παρόμοιες ευαισθησίες… Το δίδυμο του βαθέως «εθνικού κράτους»

Το συγκλονιστικό ντοκουμέντο που αποκαλύπτουμε σήμερα εντοπίστηκε σε φάκελο του Αρχείου Βασιλικών Ανακτόρων, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (φ. 439, «Εκθέσεις Μαρκεζίνη – Ζαλοκώστα 1944-1946. Top Secret»). Ο φάκελος αυτός περιέχει τις εκθέσεις που έστελναν τακτικά επί διετία (18.11.1944 - 7.7.1946) στον εξόριστο βασιλιά Γεώργιο Β΄, στο Λονδίνο, δυο από τις κεντρικότερες -και συνάμα σκοτεινές- φυσιογνωμίες του εθνικόφρονος κόσμου της εποχής.

Ο ένας ήταν ο Σπύρος Μαρκεζίνης, νομικός σύμβουλος τότε του Γεωργίου, μετέπειτα υπερυπουργός Συντρονισμού επί Παπάγου (1952-54) και διορισμένος πρωθυπουργός της χούντας το 1973. Ο δεύτερος ήταν ο βιομήχανος και λογοτέχνης Χρήστος Ζαλοκώστας, συγγραφέας μεταξύ άλλων και της πρώτης συγκροτημένης (αν και σε μεγάλο βαθμό παραπλανητικής) εθνικόφρονος αφήγησης για την Κατοχή και την Αντίσταση.

Παιδικοί φίλοι και γείτονες, Μαρκεζίνης και Ζαλοκώστας υπήρξαν στην Κατοχή στελέχη της δεξιάς φιλοβασιλικής οργάνωσης «Εθνική Δράσις», ουσιαστικά όμως οι αθέατοι συντονιστές του πλέγματος των «εθνικών οργανώσεων» που στήθηκε μεταξύ δωσιλογισμού και ΕΑΜ-ΕΛΑΣ για την καταπολέμηση της επιρροής του τελευταίου στη ριζοσπαστικοποιημένη ελληνική κοινωνία. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η «Οικονομική Επιτροπή» της Ε.Δ. που δημιουργήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1943, με πρόεδρο τον Αντώνιο Μπενάκη, με σκοπό τη χρηματοδότηση των αντιεαμικών μηχανισμών από τους ντόπιους καπιταλιστές.

Σύμφωνα με έκθεση του Κων/νου Βεντήρη (16.12.43), «ευρέθη τρόπος να προκληθή η ιδιάζουσα προσοχή των ενταύθα κεφαλαιούχων επί της ανάγκης της σοβαράς ενισχύσεως των Εθνικών Οργανώσεων». Συγκεκριμένα, αποφασίστηκε «η διάθεσις υπό των κεφαλαιούχων τούτων ωρισμένων οικονομικών πόρων, κατανεμομένων υπό αρμοδίας σχετικής τεχνικής επιτροπής, εις τας διαφόρους οργανώσεις» («Αρχείο Εμμ. Τσουδερού, Αθήνα 1990, τ.Γ1, σ.746). Από έκθεση του Αριστείδη Πηλαβάκη (28.6.44) πληροφορούμαστε, πάλι, πως οι οργανώσεις αυτές «συνδέονται από το κοινόν αντιεαμικόν αίσθημα το οποίον τας εμπνέει και ιδίως από λόγους οικονομικούς, διότι τροφοδοτούνται από το κοινόν ταμείον της υπό τον Αντώνιον Μπενάκην διαχειριστικής επιτροπής» (όπ.π., σ.Γ2, σ.945). Στο βιβλίο του ο Ζαλοκώστας μιλά γι’ αυτή την επιτροπή σε πρώτο πρόσωπο (σ.32), ενώ στο δικό του ο Μαρκεζίνης διεκδικεί δάφνες «αφανούς καθοδηγητού» της μητρικής οργάνωσης (τ.Α΄, σ.310).

Όλα αυτά ήταν λίγο-πολύ γνωστά. Από το Αρχείο των Ανακτόρων διαπιστώνουμε, ωστόσο, πως αυτός ο μηχανισμός (ή, εν πάσει περιπτώσει, ο σκληρός πυρήνας του) διατηρήθηκε σε λειτουργία και μετά την Απελευθέρωση, με στρατηγικό στόχο την πάταξη του «εσωτερικού εχθρού» και την επαναφορά της μοναρχίας. Ο συντάκτης της έκθεσης που δημοσιεύουμε -κι όχι μόνον αυτής- μιλά έτσι σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο για να περιγράψει σχεδιασμούς, κινήσεις και διαβήματα του εν λόγω μηχανισμού. Ως εσωτερικός δε εχθρός, νοούνται τόσο το ΚΚΕ και το ΕΑΜ όσο και οι «συνοδοιπόροι» τους οπαδοί της αβασίλευτης δημοκρατίας.

Ο φάκελος περιέχει 72 έγγραφα, απ’ τα οποία 55 είναι εκθέσεις προς το Γεώργιο (27 του Μαρκεζίνη και 28 του Ζαλοκώστα) και 15 ανώνυμες γραπτές «οδηγίες» του βασιλιά προς το Μαρκεζίνη. Οι εκθέσεις των Μαρκεζίνη – Ζαλοκώστα γράφονταν ως επί το πλείστον ταυτόχρονα, αποστέλλονταν προφανώς με τον ίδιο «αγγελιαφόρο» κι ακολουθούν έναν αυστηρό καταμερισμό εργασίας. Ο μεν Μαρκεζίνης ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με τις πολιτικές ζυμώσεις και ίντριγκες («το προσφιλές μου παρασκήνιον», σύμφωνα με τα λόγια του), ενώ ο Ζαλοκώστας επιβλέπει και συντονίζει την οργανωτική συγκρότηση της «κοινωνικής δεξιάς», του αντικομμουνιστικού αγώνα και της λευκής τρομοκρατίας.

Στη μεταπολεμική «Ιστορία» του, ο ίδιος ο Μαρκεζίνης τσιτάρει επιλεκτικά αποσπάσματα από τις δικές του αναφορές προς το Γεώργιο, αναφέροντας παρεμπιπτόντως ότι «τις εκθέσεις εκείνες συνόδευαν ενίοτε και εκθέσεις του Χρ. Ζαλοκώστα, που ανεφέροντο ιδίως στα στρατιωτικά πράγματα της εποχής» (τ.Α΄, σ.ΙΧ). Από μια πρόχειρη αντιπαραβολή, διαπιστώσαμε πάντως μια τουλάχιστον εσκεμμένη αλλοίωση: ο όρος «ταγματαλίτες» που ο Μαρκεζίνης χρησιμοποιεί στην έκθεση της 7.7.46, επηρεασμένος προφανώς από το κλίμα της εποχής, στο βιβλίο μετατρέπεται επί το κοσμιώτερον σε «ταγματασφαλίτες» (τ.Β΄, σ.236).

iospress.gr